Το δικαίωμα της επιλογής

 

- Μαμά, θέλω να φοράω σκουλαρίκια! Πότε θα πάμε να μου κάνουν τρύπες;
- Όποτε θελήσεις!
Αυτός ο μικρός διάλογος που έκρυβε μέσα του επιθυμία, διαδικασία και επιλογή, χρειάστηκε να επαναληφθεί πολλές φορές μέσα στα τελευταία χρόνια. Έτσι, ολοκληρώνοντας όλες τις τάξεις του δημοτικού, ήρθε η στιγμή που η επιθυμία έγινε αποφασιστικότητα: «Μαμά, είμαι έτοιμη να κάνουμε τρύπες στ’ αφτιά μου!»

Την επόμενη κι όλας μέρα, έκλεισα ραντεβού μέσω διαδικτύου και τηλεφώνησα για επιβεβαίωση, όπως αναγραφόταν και στην ιστοσελίδα.

Πήρα το ενθουσιασμένο κορίτσι μου και παρκάραμε στα στενάκια του Χαλανδρίου. Ένα μεγάλο εμπορικό κέντρο με άδεια καταστήματα και εμείς να γυρίζουμε σαν τις άδικες κατάρες, αφού οι ταμπέλες μας μετέφεραν από το ένα κλειστό μαγαζί, στο άλλο. Ένα ακόμα τηλεφώνημα για να απολογηθώ για την αργοπορία μου και να ζητήσω λίγο πιο σαφή οδηγίες για το χώρο.


Φτάνοντας, η κοπέλα που μας υποδέχτηκε, άφησε μια μικρή παλέτα με μικρά σκουλαρικάκια, για να διαλέξει η μικρή δεσποινίδα μου, το σχέδιο που προτιμά. Εκείνη διάλεξε στα γρήγορα και ήσυχη, ήσυχη κάθισε. Η υπάλληλος του καταστήματος της έβαλε ξυλοκαΐνη και με ένα μαρκαδόρο υπολόγισε το σημείο που θα τρυπούσε. Η μικρή μου δημιούργησε τη γνωστή καμπουρίτσα πανικού της και με κοίταξε κατάματα: «Μαμά, φοβάμαι.» Της χαμογέλασα και χωρίς ίχνος πίεσης της είπα: «Ηρέμησε. Αν δε θες, το αναβάλλουμε.» και ήταν λες και με αυτές μου τις λέξεις, έστρεψα το πιστόλι τρυπήματος, στην κοπέλα του μαγαζιού.

«Ντροπή, ολόκληρη κοπέλα να φοβάσαι! Εδώ έρχονται τρίχρονα και τρυπάνε τα αφτιά τους και ούτε ακούγονται! Εσύ δε ντρέπεσαι;» ενώ στο δευτερόλεπτο έστρεψε την επιθετικότητά της σε μένα. «Εσείς φταίτε! Εσείς της έχετε δημιουργήσει αυτό το φόβο! Της μεταφέρετε τα άγχη σας! Δε μπορεί να φοβάται μόνη της! Σας κατάλαβα που με πήρατε δέκα τηλέφωνα, για ένα απλό τρύπημα!»


Την κοίταξα στα μάτια και μαζί με την εικοσαετή διαφορά στις ρυτίδες μας, έβλεπα την εικοσαετή διαφορά στη βασική μας παιδεία. Ευγένεια...
- Έχετε δίκιο. Συγγνώμη. Αποκρίθηκα.
- Δε θα σας πάρω τα 20 ευρώ, που κοστίζουν τα σκουλαρίκια. Αλλά για αυτό που άνοιξα και κατέστρεψα, θα πρέπει να μου δώσετε τα 10 ευρώ!
- Και τα 20 αν θες.
- Όχι! Τα 10 αρκούν, μου είπε έντονα και μου έδωσε το σκουλαρικάκι, που παρέμεινε στο κουτί.

Πήρα το τρομαγμένο μου κορίτσι, ξαναζήτησα συγγνώμη για το χαμένο χρόνο της κοπέλας και απομακρύνθηκα από εκείνον το χώρο, που αυτοδιαφημιζόταν για χώρος ομορφιάς. Ομορφιά όμως, δεν είδα κάπου.

Στην επιστροφή μας η κόρη μου έκλαιγε με λυγμούς και μου ζητούσε συγγνώμη για τη δειλία της. Μου ζητούσε συγγνώμη για τα 10 ευρώ. Πιο πολύ από όλα όμως, την έκανε να κλαίει ο τρόπος που η συγκεκριμένη κυρία με πρόσβαλε, ενώ εγώ δεν έκανα απολύτως τίποτα.
- Έκανα.
- Όχι μαμά, δεν έκανες! Εκείνη η κυρία σε πρόσβαλε ότι δεν είσαι καλή μαμά και εσύ την πλήρωσες κι από πάνω, για ένα σκουλαρίκι που δε χρησιμοποιήσαμε καν!
- Δεν πειράζει μωρό μου.
- Όχι μαμά! Έπρεπε να το κάνω!
- Όχι! Δεν έπρεπε να το κάνεις! Είναι επιλογή σου. Εσύ έχεις το δικαίωμα να μετανιώσεις για την επιλογή σου και εμείς έχουμε την υποχρέωση να το σεβαστούμε.
- Μπορούσες τουλάχιστον να της τα χώσεις!
- Θα πρέπει να επιλέγεις τους «πολέμους» σου. Κι αν μεγαλώνοντας, επιθυμείς πολύ να κάνεις κάτι, αλλά τη στιγμή εκείνη δειλιάσεις, άκου το ένστικτό σου. Πλήρωσε όσα λεφτά χρειαστεί, αρκεί να μην κάνεις κάτι που δε θες. Ας σε προσβάλουν όσο θέλουν, για να σου αλλάξουν γνώμη. Ας σου φωνάξουν, ας σε κοροϊδέψουν. Το «όχι» σου θα πρέπει να παραμένει «όχι».

Όπως καταλαβαίνετε, η μικρή μου σκουλαρίκια έβαλε. Σε μια δεύτερη ευκαιρία, με μία επίσης νεαρή κοπέλα με φωτεινά μάτια. Την περίμενε, την ηρέμησε και της έδωσε την επιλογή να κάνει πίσω. Ο φόβος τελικά αποδείχτηκε ότι ήταν πολύ μεγαλύτερος, από τον πόνο του τσιμπήματος.

Το βασικό όμως είναι ότι φεύγοντας μου είπε. «Καλά έκανες και μου είπες να εμπιστεύομαι το ένστικτό μου!» και εκείνη τη στιγμή κέρδισα ένα νέο, μαμαδίστικο παράσημο.

Και δε μετάνιωσα στιγμή που δεν έβγαλα όλα μου τα νεύρα, στην εικοσάχρονη κοπέλα με τον εσωτερικό θυμό.

Αν μπορούσα θα της έλεγα να έρθει σπίτι μας, μήπως τη βοηθήσω να θυμηθεί το αυτονόητο δικαίωμα του φόβου και της ευκαιρίας.

Πάνω από όλα, όμως θα της χάριζα εκείνη τη μεγάλη αγκαλιά, που κάποιος άλλος της χρωστάει…