Συζήτηση με ένα αγόρι που έχει Asperger
“Με λένε Θανάση και είμαι 10 χρονών και 3 μηνών! Δυστυχώς… μάλλον είμαι άρρωστος!
Δε ξέρω αν είμαι βαριά, αλλά από ότι έχω καταλάβει δε θα θεραπευτώ και πολύ εύκολα, αφού από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, πηγαίνω από τον ένα γιατρό στον άλλον. Ήμουνα τουλάχιστον τυχερός, αφού το ένα ιατρείο ήταν δίπλα με το άλλο και δεν έτρωγα όλο μου το χρόνο σε πήγαινε-έλα σε άγνωστους χώρους.
Η μαμά πάντα μου έλεγε ότι αυτοί οι γιατροί, είναι «δάσκαλοι». Ναι, καλά! Λες και είμαι τίποτα χαζός!
Δάσκαλος για το λόγο, δάσκαλος για κάτι έργα λέει, δάσκαλος για να διαβάζουμε τη ψυχή μου κι άλλες τέτοιες ευγενικές ανοησίες, μάλλον για να μη στενοχωριέμαι που είμαι άρρωστος.
Τέλος πάντων, για να μη σας παιδεύω είμαι αυτιστικός!
Μεγάλη λέξη και άργησα λιγάκι να μάθω να τη λέω, ενώ για μεγάλο διάστημα φοβούμουνα ή ότι ήδη είμαι κουφός ή ότι άμεσα θα κουφαθώ. Αυτί+στικός: "Στικός" δεν ήξερα τί είναι, αλλά υποψιαζόμουνα ότι είναι κάποιο μικρόβιο χωμένο στο αυτί μου, που θα μου κλέψει για πάντα την ακοή. Ήταν τέτοιο το άγχος μου, που από μικρός μιλάω δυνατά, λες και όλος ο άλλος κόσμος γύρω μου έχει πρόβλημα με τα δικά του τα αυτιά!
Η μαμά λέει ότι έχω εμμονές και απελπίζεται.
«Σταμάτα παιδί μου να λες συνέχεια το ίδιο πράγμα».
Εγώ λέω: «Αν απ’ έξω κλειδωθείς, τον κλειδαρά να πας να βρεις!» Και ξανά μετά: «Αν απ’ έξω κλειδωθείς, τον κλειδαρά να πας να βρεις!» Και ξανά. Βάζω και λίγη μελωδία στις λέξεις μου και καμιά φορά πηδάω σαν το καγκουρό, για να ζωντανέψω το πολύ ωραίο ποίημα μου.
Η μαμά όμως απελπίζεται.
Με μαλώνει.
Και νομίζω ότι δε χωνεύει πια τους κλειδαράδες. Ελπίζω να μην κλειδωθούμε ποτέ έξω από το σπίτι, γιατί μας βλέπω να μένουμε εκεί για πάντα. Κλειδαρά πάντως… δε νομίζω ότι θα φωνάξει!
Η μαμά με εκνεύρισε πολύ. Έλεγε για ακόμα ένα βράδυ το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά: «Θανάση! Μπες για μπάνιο!» «Θανάση! Μπες για μπάνιο!» «Θανάση! Μπες για μπάνιο!». Και δεν κάνει και ποίημα το δικό της. Ούτε τραγουδιστά το λέει, ούτε κανά ζωάκι ξέρει να μιμείται. Πάνω που πάλι άρχισα να θυμώνω μαζί της, τη λυπήθηκα. Η μαμά είναι άρρωστη.
Πήγα κοντά της και την πήρα αγκαλίτσα. «Ησύχασε μαμά! Θα σε πάω στους γιατροδασκάλους μου, να σε βοηθήσουν κι εσένα.» της είπα και μετά πήγα να κάνω μπάνιο, μπας και ησυχάσει…
Τελικά, η «αρρώστια» μου είναι κληρονομική!”
Create Your Own Website With Webador