Είναι όλα στο κεφάλι μας

 

Έχουμε κλείσει ραντεβού και έρχεται νωρίτερα. Ήδη μου τραβάει θετικά την προσοχή. Στέλνει μήνυμα στο κινητό μου και κατεβαίνω γρήγορα τις

σκάλες για να τον συναντήσω. Δεν έχουμε γνωριστεί ποτέ, αλλά τον αναγνωρίζω. Είναι στο απέναντι πεζοδρόμιο και περιμένει να περάσει το

δρόμο. Μου χαμογελάει πλατιά και μου κλέβει την καρδιά.

Πηγαίνουμε μαζί προς το καφέ που θα γίνει η επαγγελματική μας συνάντηση. Έχει ανοιχτόχρωμα μάτια και πανέμορφο πρόσωπο. Και δεν έχω

κανένα πρόβλημα να του το πω από τα πρώτα λεπτά. «Από κοντά, είσαι ακόμα πιο όμορφος!»

Στη συνάντηση που έχουμε και στην ενδεχόμενη συνεργασία μας, απολαμβάνω το κάθε λεπτό. Είναι έξυπνος, αθλητικός, γεμάτος ενέργεια. Είναι

πολυτάλαντος, κάνει ήδη δύο δουλειές και πολύ θα ήθελε και μια τρίτη. Είναι γελαστός, ετοιμόλογος και γοητευτικός άνθρωπος. Με κάνει να

σκέφτομαι γρήγορα, να παρατηρώ τα πάντα και άθελά του με κάνει να τα εκτιμώ.

Φεύγοντας από το ραντεβού μας, μου απλώνει το χέρι και μου λέει ότι χάρηκε πολύ που με γνώρισε. Η χαρά όμως είναι όλη δική μου και το εννοώ.

Πρέπει να πάει προς το αυτοκίνητο του και ξαφνικά ο δρόμος που έχει παρκάρει μου φαίνεται απίστευτα μακρινός, ενώ δεν είναι. Και το

πεζοδρόμιο; Αχ, αυτό το πεζοδρόμιο. Μοιάζει με γκρεμό, έτσι ψηλό που είναι.

Δείχνω μια απομακρυσμένη ράμπα και δεν καταλαβαίνει γιατί να κάνει κύκλο. Με δεξιότητα κινεί τις ρόδες από το καροτσάκι του και βρίσκεται στο

δρόμο. Του λέω «να προσέχεις», μια φράση που χρησιμοποιώ διαρκώς στους αγαπημένους μου, αλλά ξαφνικά οι λέξεις φτιάχνουν μια νέα φωλιά

μέσα μου.

Ανεβαίνω τα σκαλιά για το γραφείο μου και δεν κατανοώ, γιατί δεν έχουμε ράμπα. Κοιτάζω το μέγεθος του ανελκυστήρα και ξανακοιτάζω τους

χώρους, που τόσους μήνες πηγαινοέρχομαι. Λες και ξαφνικά ο κόσμος μου έχει άλλη οπτική.

Είχα πάντα ιδιαίτερη αγάπη στους διαφορετικούς ανθρώπους. Λες και μέσα από τη δική τους ζωή, έβρισκα χαμένες μου δυνάμεις. Είναι ένα

κομμάτι σεβασμού που ενεργοποιείται σε όλα τα «δε μπορώ» μου, σε όλα τα «βαριέμαι» και σε όλα τα «δε γίνεται».

Σκέφτηκα τις στιγμές που ξαφνικά γίνεται διακοπή ρεύματος. Στο σπίτι μου, στους χώρους μου και ακινητοποιούμαι αυτόματα. Ανοίγω πόδια και

χέρια σα χταπόδι, για να καταφέρω να φτάσω στο συρτάρι με τον αναπτήρα. Για λίγο η όραση μου σκοτεινιάζει και ο εγκέφαλος μου σβήνει. Για

λίγο όμως.

Τώρα με το κρύο, τα άκρα μου παγώνουν. Δε νιώθω τα χέρια μου, δε νιώθω τα πόδια μου και πονάω. Μέχρι να τα ζεστάνω και να επανέλθω στην

κανονική μου θερμοκρασία.

Μετράω στο ιστορικό μου άπειρες ωτίτιδες. Η ακοή μου χάνεται για μέρες και η επικοινωνία μου με τους γύρω μου γίνεται με μεγάλη δυσκολία.

Μέχρι να ξαναγίνω καλά.

Είναι ορισμένα όμως «καλά», που δεν ξαναγίνονται.

Και οι άνθρωποι μαθαίνουν να ζουν από την αρχή. Μηδενίζουν ξαφνικά και ξεκινάνε με νέα δεδομένα, που οι ίδιοι δεν επέλεξαν. Αλλά η επιλογή

παρουσιάζεται εκ νέου. «Και τώρα; Τί κάνουμε τώρα;»

Η επιλογή να αφεθούμε στη μοίρα μας πάντα υπάρχει. Να επιλέξουμε πως δεν θέλουμε να επιλέγουμε.

Έχει άλλη αίσθηση όμως όταν παρά τις δυσκολίες, ψάχνουμε εκείνους τους ανθρώπους που θα μας εμπνεύσουν, θα μας στηρίξουν και θα μας

ξεκουνήσουν από τη θέση μας. Είτε είναι προσωρινή, είτε μόνιμη.

Γιατί τελικά η ζωή μας δεν περιορίζεται ούτε στα πόδια μας, ούτε στα χέρια μας.

Είναι όλη μέσα στο κεφάλι μας.

 

Create Your Own Website With Webador